Πατρίδα μας είναι η ανθρωπιά
Η Δώρα Κασκάλη ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.
Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στις
μεταπτυχιακές σπουδές της ασχολήθηκε με τη φιλολογική έκδοση των ποιημάτων του
Γιώργου Θεοτοκά. Έχει γράψει τα εξής έργα: Στο τρένο (Γαβριηλίδης, 2010)· Κάτω
(Γαβριηλίδης, 2011)· Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα – Σπουδή ενός δόκιμου γραφιά
(OpenBook.gr., 2012)· Ο γατούλης στον κόσμο (Διόπτρα, 2014) και την ποιητική
συλλογή Ανταλλακτήριο ηδονών (Σαιξπηρικόν, 2014).
Η Δώρα Κασκάλη γράφει 16 ιστορίες για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν με καβαφική αξιοπρέπεια και στωικότητα (ή με τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη) την αποτυχία να υπερβούν ό,τι τούς έχει διαμορφώσει. Άντρες και γυναίκες που μοιάζουν θλιβερά ναρκωμένοι από τον πόνο, τη στέρηση -υλική και συναισθηματική- ψάχνουν απεγνωσμένα για ένα άγγιγμα, μια στιγμιαία επαφή των σωμάτων που μπορεί να πυροδοτήσει την ελπίδα, να δώσει μια παράταση ζωής.
Σχεδόν σε όλα τα διηγήματα επαναλαμβάνεται το ίδιο απτικό
-θα έλεγα- μοτίβο. Άνθρωποι αχάιδευτοι, αφίλητοι, που εκλιπαρούν για
μια απλή επαφή σωμάτων, κι αυτό τους φτάνει -το ελάχιστο που γίνεται
μέγιστο και σωτήριο, να ζουν μέσα από τα αποτυπώματα των άλλων. ("Ήταν αχάιδευτος, αφίλητος. Παρά τα τόσα σώματα, έπασχε από ανελέητη στέρηση τρυφερότητας")
Στο "Ηράκλειο-Καλλιθέα" ένα σκουρόχρωμο αγόρι κάθεται δίπλα στη γυναίκα, μέσα στο τρένο, και της πιέζει το δεξί της πόδι με το αριστερό του: "Νιώθει τη θέρμη του κορμιού του, μέσα από το μπατζάκι του, όπως διατρυπά το τζιν και περνάει στο καλσόν της και μετά στο δέρμα, που οργώνεται από ρίγος..."
Στο "Το σώμα θυμάται", ένας καθηγητής-ένοικος ξενοδοχείου-χαμαιτυπείου ανταλλάσσει τρυφερά χάδια με την καμαριέρα: "Όταν τελείωσα, μου έπιασε τα χέρια και με κάθισε πάνω στο μουσταρδί κάλυμμα του κρεβατιού του. Μου έβγαλε τα πλαστικά σαμπό και πήρε σαν μωρά τα ξεπατωμ΄να ποδάρια μου μέσα στα χέρια του. Με τ' ακροδάχτυλα χάιδεψε τις πατούσες μου σαν παραστρατημένα παιδιά που αλλιώς έδειχναν και αλλιώς κατάντησαν. Ντράπηκα για τους κάλους και τις φαγωμένες φτέρνες, αλλά η ματιά του, ημερεμένη καισ ίγουρη, με κράτησε στη θέση μου, ανήμπορη να πάρω τη λίγη αξιοπρέπειά μου και να φύγω. Τα χέρια του -νλυχια καθαρά και τετραγωνισμένα, παλάμες με δέρμα μεταξένιο- τρέχανε πάνω στις πρησμένες φλέβες μου και με μαλάξεις τεντώνανε τα αιμάτινα σχοινιά απ' το λίπος. Ύστερα τα δάχτυλα επέστρεφαν και πάλι στις πατούσες, τις κανακεύανε για να ξαναθυμηθούν την ομορφιά και την ξεκούρασή τους". (...) Την τρίτη μέρα, αφού φρόντισε τα πόδια μου, ακούμπησε πάνω στα λιγνά του μπούτια τα χέρια μου, σχεδόν μια ανάσα από τον καβάλο, και άρχισε να χαϊδεύει τις φλεβίτσες που φούσκωναν όλο ζωή και ανυπομονησία κάτω από το ξεραμένο δέρμα της παλάμης".
Το χάδι του ώριμου άντρα αποτελεί την ύψιστη ερωτική πράξη, εκείνη την πράξη που οδηγεί στο να αγαπήσουμε πρώτα απ' όλα τον ίδιο μας τον εαυτό. "Μα κάποια βράδια που ο Ανέστης παίζει κουμάρι στο καφενείο, κάνω ένα μπάνιο στα σακατεμένα μου κρέατα και μπορώ πια να αγγίζω με στοργή όλα τα κερδισμένα μου παράσημα που εκείνος μου έδειξε πώς να αναγνωρίζω".
Και όταν το ανθρώπινο σώμα απουσιάζει, μπορεί και το υποκαθιστά ένα ρούχο, ένα πουκάμισο, όπως συμβαίνει στο διήγημα "Μικρό ερωτικό" ή ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες στο ομώνυμο διήγημα ή η φαντασίωση των σωμάτων που ενώνονται στο "Δωμάτιο 216", όπου ένας μοναχικός άντρας στήνει αφτί στο διπλανό δωμάτιο: "Έχουμε ξεχάσει το χάδι πάνω σε κρέατα σφιχτά, που ριγούν μόλις τα ακουμπήσεις".
Στο "Happy nest" o πρωτοπρόσωπος αφηγητής ζώντας μέσα στη βρόμα ενός διαμερίσματος μοιράζεται τον φόβο του με ένα σαμιαμίδι.
Στο "Εφάπτω" ένας μεσήλικας εφαψίας χωρίς ζωή -στιγματισμένος από τη γυναίκα και τα παιδιά του- δεν τολμά να εξομολογηθεί στον γιατρό του το νέο του πάθος: "Δεν έχει πια εκείνη την ακόρεστη ανάγκη ν' αγγίζει· σταδιακά ερημώνει από τα ρίγη της η χώρα του βουβώνα του. Μόνο θέλει να πιάνει τις λαβές που χούφτωσαν δροσερά κορίτσια, να κάθεται εκεί που έχυσαν τη θαπλωρή τους σπωματα θαλερά, να ακουμπά χαϊδεύοντας την κουπαστή της σκάλας στο σχολείο· να νιώθει, να διασώζει και ν' αποταμιεύει από το δέρμα τόσων ανθρώπων που συνεχίζουν να ζουν".
Το "Διάκενο" -από τα πιο δυνατά διηγήματα της συλλογής- αποτελεί μια ωδή στα χέρια (σαφής εδώ η επιρροή του Μιχάλη Γκανά). Μια δασκάλα πιάνου από τη Ρωσία πέφτει θύμα ληστείας από έναν αλλοδαπό: "Τα χέρια της έχουν τη δική τους ζωή -ίσως τη μόνη ζωή στα δυόμισι μέτρα κάτω από την άσφαλτο. Τα κανακεύει γιατί είναι οι κουβαλητές της, το εργαλείο της, η παρηγοριά της". (...) "Δεν ξέρει πια πώς να βολέψει αυτά τα προδομένα χέρια. Τ' αφήνει να κρέμονται άχαρα, με τα κρεατένια ξέφτια τους σε κοινή θέα". (...) "Εκείνη φταίει κι όχι το σκούρο χέρι, αυτό το αρπακτικό και πεινασμένο χέρι που γεννήθηκε σε άλλες πατρίδες και τώρα στις νέες ξέχασε πώς ν' αγαπά".
Στο "Project ψυχαμοιβός" πρωταγωνιστεί ένας 30χρονος άνεργος με διδακτορικές σπουδές στην Αγγλία, ο οποίος επαναπατρίζεται τα χρόνια της κρίσης, που ακυρώνει οντολογικά (όχι μόνο εργασιακά) τους ανθρώπους. Προσωρινό αποκούμπι του -ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του- η συντροφιά που κρατά στους ηλικιωμένους τροφίμους ενός γηροκομείου. Η άφατη αποδοχή του κυρ Ηλία θα λειτουργήσει σωτήρια σε μια περίοδο που οι κρίσεις ταυτότητας για τον νεαρό άνδρα υπήρξαν ανελέητες. Όταν ο γέρος μια μέρα -έτσι ξαφνικά- έφυγε από τη ζωή, του αφήνει ενθύμιο το κομπολόι του: "Χάιδεψα αυτό το ιδιότυπο ρολόι και το έβαλα στην τσέπη μου και αργότερα, στο δωμάτιό μου, στο κουτί όπου κάποτε αναπαυόταν το καλό μου πουκάμισο - το 'χα φορέσει σε όλες τις ορκωμοσίες μου".
Το "Ξεκαθάρισμα" -ίσως, κατά τη γνώμη μου, το εμβληματικότερο διήγημα της συλλογής- πρόκειται για το τέλος μιας σχέσης. Ένας άνεργος άντρας που το σώμα του γίνεται "ένα" με τον καναπέ, δεν έχει λόγο ύπαρξης στο σπίτι όπου έζησε δέκα χρόνια από τη ζωή του. Με τρόπο υπαινικτικό, με ελάχιστες λέξεις και ακόμα λιγότερα εκφραστικά μέσα, η Κασκάλη ανατέμνει το σώμα των ανθρώπινων σχέσεων την εποχή που οι ανθρώπινες αξίες γίνονται βορά στον Μολώχ της επιβίωσης με κάθε κόστος: "Ξαπλώθηκε στο κρεβάτι τους και τυλίχτηκε μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να χαρτογραφήσει το λεκέ στο εσωτερικό του κεντρικού λαχουριού, μια κηλίδα εμετού από την πρώτη της φρουτόκρεμα, ή να ψηλαφήσει το ανάγλυφο των κάθε λογής αλοιφών της καθημερινής υγιεινής της που είχαν σχεδόν ασβεστοποιηθεί πάνω στο ντεσέν, το οποίο πήρε να ξεθωριάζει από την κακοπέραση".
Παρομοίως, στο "Αστραφτερό λευκό" μια γυναίκα αποφασίζει να εγκλειστεί μέχρι τέλους στη λιλιπούτεια τουαλέτα του σπιτιού της, σφηνωμένη στη λεκάνη, επιλέγοντας η ίδια τον τάφο της: "Σε μερικά χρόνια τα μαλλιά μου θα γίνουν ξύλο, το δέρμα μου γυαλί, τα μάτια θα χάσουν το γαλανό τους χρώμα και θα γίνουν ένα με το λευκό. Τότε να δω πώς θα με ξεχωρίσουν. Να ξεθεμελιώσουν όλο το σπίτι; Θα του πω: Είναι δικαίωμά μου, κύριοι, να θέλω να ζήσω και να τελειώσω τη ζωή μου στον τάφο που θα επιλέξω. Εϊναι συνταγματικό μου δικαίωμα".
Στην "Άμωμο θυσία" διαβάζουμε την κατάθεση ενός 40χρονου συζυγοκτόνου που καταδικάσηκε στο χειρότερο μαρτύριο, να ζήσει με μια "απείραχτη" γυναίκα. Η έλλειψη αγάπης, η αδυναμία ένωσης των σωμάτων γεννά μίσος και αποκτηνώνει: "Όλα είναι καθαρά τώρα, το κορμί μου, τα ρούχα μου. Μόνο τα ακροδάχτυλά μου παραμένουν μελανιασμένα -τ' αποτυπώματά μου θα συνοδεύουν μαζί με τη φωτογραφία μου το "το ατομικό φύλλο εγκληματικότητας"-, αλλά ένα καλό πλύσιμο με οινόπνευμα θα τα κάνει πάλι ανθρώπινα".
Αξιανάγνωστο είναι και το διήγημα με τίτλο "Liridona ή Γαλήνη", η ιστορία μιας Αλβανίδας μετανάστριας στην Ελλάδα που γηροκομεί με περισσή υπομονή τον πεθερό της. Με τρόπο θεατρικό (όπως στα περισσότερα άλλωστε διηγήματα) παρακολουθούμε την πορεία δύο τραγικών υπάρξεων που βουλιάζουν στην ανέχεια και την αμοιβαία αντιπάθεια και την ίδια στιγμή ο ένας εξαρτάται από τον άλλο. Ένας γέρος με κατεστραμμένα νεφρά που πεισματικά αρνείται να πεθάνει, γαντζωμένος από τη νύφη του. Στο τέλος, η ηρωίδα αποφασίζει να κρατήσει αλώβητη την ταυτότητά της, αντιμετωπίζοντας με αξιοπρέπεια την υποταγή της: "Πέρασαν τα τελευταία διόδια και προχωρούν μέσα στο καυτό απόγευμα. Γαλήνη· γαλήνη για τους πονεμένους αυτού του κόσμου με εξακόσια ευρώ, ένα δωμάτιο, τρία γεύματα ημερησίως. Καλύτερα έτσι. Γαλήνη. Ποιο αφεντικό θέλει έναν άνθρωπο που ποθεί την ελευθερία;"
Τέλος, θα ήθελα να σταθώ στο διήγημα "Μια κάποια Γαλάτεια", το πιο αυτοαναφορικό της συλλογής, καθώς η πρωταγωνίστρια, η Άννα, είναι η persona της συγγραφέως. Μια 65χρονη γυναίκα που βρίσκει καταφύγιο και παραμυθία στη σύνθεση μικρών ιστοριών, την αξία των οποίων αγνοεί, μέχρι που η Ανθή, η 20χρονη φοιτήτρια νοικάρισσά της, τις διαβάζει τυχαία και επιμελείται την έκδοσή τους: "Τα μόνα τίμια ήταν τα κείμενά της, έτσι όπως μιλούσαν στον κάθε αναγνώστη τους, χωρίς περιττά στολίδια, χωρίς φανφάρες του δημιουργού τους σε περιοδικά του συρμού, χωρίς σαματά για τη λογοτεχνική ή μη αξία τους". Η Γαλάτεια (το προσωπείο της Άννας) γράφει για να ξορκίσει τον φόβο του θανάτου: "Η αγωνία της για τον θάνατο μεγάλωνε μαζί με τα χρόνια της. Κι αυτή την αγωνία προσπαθούσε να ξορκίσει με μια βαθιά ειρωνική γλώσσα".
Όσον αφορά τους εκφραστικούς τρόπους της Κασκάλη (και έχοντας διαβάσει τα "Κάτω" και "Στο τρένο") πιστεύω πως η συστηματική ενασχόλησή της με την ποίηση τής επιτρέπει να σκάψει βαθύτερα στα γλωσσικά κοιτάσματα και να ακονίσει την πένα της. Οι στίχοι του Άρη Αλεξάνδρου (Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι / έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. ...) βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση της Κασκάλη: "Τον είδε -πλάτη παρένθεση μιας παλιάς σκολίωσης- να κάθεται στον καναπέ. Να σηκωθεί; Να μείνει; Φαινόταν να παρακολουθεί μια εκπομπή για τα αποδημητικά πτηνά, χωρίς ήχο. Σπίτι που στάζει σιωπή".
Κλείνοντας, θα πρόσθετα επιγραμματικά πως τα διηγήματα της Κασκάλη (αντιγράφοντας από τη σελ. 61 του ίδιου του βιβλίου τα σχόλια ενός καθηγητή για τις ιστορίες της Γαλάτειας) είναι διηγήματα ωριμότητας από ένα αστραφτερό πνεύμα που τολμά χωρίς γλωσσικούς, υφολογικούς και πραγματολογικούς συμβιβασμούς.
Α΄δημοσίευση: https://dimichri65.blogspot.com/2015/07/blog-post.html
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου